Archive

Archive for the ‘Γιανναράς’ Category

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΞΑΝΑ

February 8, 2010 Leave a comment

Το να είσαι Ιταλός, Γάλλος, Βρετανός, Ελληνας ή ό, τι ανάλογο δεν δηλώνει μόνο μια συμβατική, κρατική υπηκοότητα. Δηλώνει ότι «ανήκεις» σε μια συλλογικότητα με μεγαλύτερη ή μικρότερη ώς τώρα διαδρομή στην ανθρώπινη Ιστορία – ανήκεις σε μια γλώσσα, σε μια συνείδηση κοινού παρελθόντος, σε κοινή νοο-τροπία, κοινό θησαύρισμα πείρας που παραδίνεται από γενιά σε γενιά και διαμορφώνει συν-ήθειες, ένα κοινό ήθος, περίπου συλλογικό χαρακτήρα.

Οταν στη μητρική σου γλώσσα (τη γλώσσα που σε πρωτομπόλιασε στην κοινή «λογική»: σε σκέψη και κρίση) η συλλογικότητα σημαίνεται ως «κοινωνία» (δυναμική σχέσεων, συμ-μετοχή και αλληλεξάρτηση στην πραγμάτωση της ζωής), δεν είναι δυνατό να έχεις την ίδια οπτική και την ίδια εκδοχή της πραγματικότητας με συνάνθρωπό σου, καθ’ όλα σεβαστόν και αγαπημένο, που στη μητρική του γλώσσα η συλλογικότητα είναι μόνο «societas», δηλαδή «εταιρισμός επί κοινώ συμφέροντι». Αλλη νοο-τροπία και άλλα αντανακλαστικά σκέψης και πράξης διαμορφώνει το νοηματικό και βιωματικό φορτίο της λέξης «α-λήθεια» και άλλο της λέξης «veritas», διαφορετικό της λέξης «νόμος» και διαφορετικό της λέξης «lex» – το ίδιο και με αναρίθμητα ακόμη ζεύγη λέξεων: «λόγος» και «ratio», «πρόσωπο» και «persona», «δημοκρατία» και «res publica» κ. λπ., κ. λπ.

Διαφορετικόν ανθρωπολογικό τύπο διαμορφώνει μια συλλογικότητα με παρελθόν κατακτητικών κυρίως πολέμων, επιθετικών αναζητήσεων «ζωτικού χώρου», αποικιοκρατικών εθισμών, και διαφορετικόν μια άλλη που αιώνες πολλούς κυρίως αμυνόταν, επιβίωνε χάρη στην πανανθρώπινη εμβέλεια της πνευματικής της πραμάτειας. Διαφορετική νοο-τροπία και ήθος χαρακτηρίζει μια συλλογικότητα που η μεταφυσική της αναφορά ήταν πάντοτε ένας Θεός τιμωρός, αμείλικτος δικαστής και σαδιστής πατέρας, η «αμαρτία» παράβαση νόμου, ενοχή, εξαγοράσιμος κολασμός, και διαφορετική προκύπτει μια συλλογικότητα που ξέρει τον Θεό «νυμφίο», «εραστή μανικώτατον» του ανθρώπου και την αμαρτία «αστοχίαν», «απόπτωσιν από του στόχου», του στόχου πληρότητας της ζωής που είναι ο «όντως έρως».

Δεν ανήκουμε σε «εθνότητα», είναι ανεπαρκέστατη η λέξη. Ανήκουμε σε μια γλώσσα, σε μια κοινή ιστορική εμπειρία, σε μια παράδοση και συνέχεια πείρας, νοοτροπίας, μεταφυσικής ελπίδας. Αλλά αυτό το «ανήκειν», το «συνυπάρχειν» με κοινό, συνεκτικό της συλλογικότητας «τρόπο», βιώνεται και κατανοείται σε συνάρτηση πάντοτε με την καλλιέργεια του καθενός, το αισθητήριό του «ποιότητας» της ζωής.

Οι φτηνοί άνθρωποι του ό, τι φάμε ό, τι πιούμε και ό, τι τέλος πάντων ηδονικό αρπάξουμε, παρακάμπτουν το υπάρχειν (που είναι πάντοτε συνύπαρξη) και λογαριάζουν για ζωή το «έχειν»: Να κατέχουν, να εξουσιάζουν, να τα έχουν όλα υποταγμένα στις απαιτήσεις του εγώ. Καταλαβαίνουν τη συλλογικότητα μόνο σαν «κράτος» και το «ανήκειν» μόνο σαν συμβατική «υπηκοότητα». Λογαριάζουν το κράτος σαν εξουσιαστικό μηχανισμό διαχείρισης των κοινών και τους ενδιαφέρει μόνο για όσα χρηστικά τους παρέχει.

Πολύ συχνά, φτηνοί άνθρωποι ορέγονται τη διαχείριση του κράτους, την εξουσία της διαχείρισης. Οχι για να υπηρετήσουν τον δημιουργικό δυναμισμό της κοινωνικής συνοχής, τη γλώσσα, την ιστορική συνείδηση, τη θησαυρισμένη παράδοση, τη μεταφυσική ελπίδα – είναι ευτελείς άνθρωποι, δεν καταλαβαίνουν τίποτε από αυτά. Διψάνε εξουσία από ιδιοτέλεια και μόνο: Να προβληθεί το εγώ τους, να εξαρτώνται όλοι οι άλλοι από αυτούς, να βρίσκονται συνεχώς στη δημοσιότητα, να εισπράττουν κολακείες και χειροκροτήματα. ΄Η για σκοπιμότητες χυδαίου ηδονισμού: Να μπορούν να κλέβουν το δημόσιο ταμείο, να διαπλέκονται με μεγιστάνες του πλούτου και να δωροδοκούνται, να ζουν με πολυτέλεια ονειρώδη για τις ικανότητές τους και την καταγωγική τους ανέχεια.

Αφού λογαριάζουν τη συλλογικότητα μόνο σαν χρηστικό δεδομένο, ωφελιμιστική πραγματικότητα, τι πιο φυσικό να είναι απάτριδες, διεθνιστές, συνεπέστατοι «αποδομιστές» κάθε μη χρηστικής εκδοχής των θεμελίων της συνύπαρξης – της γλώσσας, της παιδείας, της Ιστορίας, της Τέχνης, της πολιτικής, της μεταφυσικής. Και για να προσδώσουν εγκυρότητα στον πρωτογονισμό του ατομοκεντρισμού, καταφεύγουν στην πιο αναχρονιστική και άκριτη ανάγνωση του Μαρξισμού: Βλέπουν τη συλλογικότητα να συγκροτείται μόνο στη «βάση» των παραγωγικών και ανταλλακτικών σχέσεων, επομένως ο πολιτισμός, οι διαφορές των πολιτισμών, η ποικιλία των παραδόσεων, δεν είναι παρά «εποικοδόμημα» σε αυτή την πρωτεύουσα βάση. Πώς λοιπόν να μην είναι πανέτοιμοι, παίρνοντας την εξουσία, να καταστρέψουν τη γλώσσα, να στρεβλώνουν και κατασυκοφαντήσουν την ιστορία του τόπου τους, να διασύρουν την αξιοπρέπεια του λαού τους, να χλευάσουν τη λαϊκή παράδοση και ευσέβεια, να πρακτορεύσουν (με το αζημίωτο) ξένα συμφέροντα;

Η καταφυγή της μηδενιστικής πολιτικής πρακτικής σε μαρξιστικά ψιμύθια, προκειμένου να εξωραϊστεί ο πρωτογονισμός της ακοινώνητης εγωκεντρικής ύπαρξης, δεν περιορίζει το σύμπτωμα σε μόνη την παράταξη της δήθεν Αριστεράς. Στην Ελλάδα τουλάχιστον, η διαχείριση της Παιδείας ανατίθεται (από κάθε κυβέρνηση οποιουδήποτε κόμματος και πρωθυπουργού) σε άτομα του ανθρωπολογικού τύπου των «αποδομιστών». Και αν υπάρξουν διαμαρτυρίες για την προκλητική αυθαιρεσία και αναίδεια αυτών των ατόμων, ξεσηκώνεται αμέσως μια θαυμαστά συντονισμένη συγχορδία υπερασπιστών της «αποδόμησης», συγχορδία από πριμαντόνες της δημοσιότητας που καλύπτουν όλο το «πολιτικό» φάσμα: από τη νεοφιλελεύθερη Δεξιά ώς την πιο φανταιζίστικη τάχα και Αριστερά.

Οταν έγραφε ο Καβάφης: «… το άριστον εκείνο, Ελληνικός – ιδιότητα δεν έχ’ η ανθρωπότης τιμιοτέραν· εις τους θεούς ευρίσκονται τα πέραν», απηχούσε μιαν επίγνωση της ελληνικότητας αυτονόητη στις μέρες του για μεγάλες πληθυσμικές ομάδες (όχι μόνο ελληνόφωνες). Από μια τέτοια επίγνωση (συνάρτηση καλλιέργειας) στερούν τον Ελληνισμό (τον ελλαδικό και της διασποράς) οι θλιβερές συμπλεγματικές φιγούρες που προσλαμβάνονται στο υπουργείο Παιδείας (με κάθε κυβέρνηση) για να οργανώσουν την κοινωνική άμυνα απέναντι στην απειλή του «εθνικισμού».

Οι πολλοί απλοί άνθρωποι που επενδύουν συναισθηματικά σε ιδεολογικές γενικότητες περί ενδόξων προγόνων και πρωτοπορίας άλλοτε στον πολιτισμό, δεν μπορούν πια να έχουν την επίγνωση της καβαφικής ελληνικότητας. Νιώθουν, όμως, να βιάζεται ο ψυχισμός τους από την πολιτική μεθοδικού αφελληνισμού της ελληνόφωνης (ακόμα) κοινωνίας. Και η μόνη λογική εξήγηση που βρίσκουν γι’ αυτό τον βιασμό, συνάγεται από συμπεριφορές που όζουν «πρακτοριλίκι». Δεν είναι μυστικό ότι ο «ξένος παράγων» θέλει από το ελλαδικό κρατίδιο να απεμπολήσει εσπευσμένα την ελληνικότητα της Κύπρου, της Μακεδονίας, του Αιγαίου – τουλάχιστον.

Ολα έχουν μια τιμή. Εκτός από την καβαφική ελληνικότητα.

Σχετικές δημοσιεύσεις και σχολιασμός του κ.Χρήστου Γιανναρά εδω

Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΩΝ ΔΙΛΗΜΜΑΤΩΝ

November 23, 2009 Leave a comment

Απο τον κ.Χρήστο Γιανναρά με τίτλο “Η «ρεαλίστρια» και ο «εθνικιστής»” διαβάσαμε από την Καθημερινή και αναδημοσιεύουμε απο την μόνιμη στήλη του την ανάλυσή του για τα δρώμενα στην Ρηγίλλης και το κώμα της ΝΔ. Δεν υπάρχουν βέβαια “εθνικιστές” στο δίλημμα. Ο εθνικισμός είναι κατάσταση ψυχής, ο έρωτας γιά την πατρίδα. Δεν είναι επιλέξιμη πολιτική γεύση και άρωμα “αρχηγού”. Ακριβώς σαν αυτό που περιέγραφε ο κ. Γιανναράς πρίν χρόνια πολλά σαν “έρωτα της ορθοδοξίας”. Αλλά και η έννοια,και ο όρος “εθνικιστής” κατάντησε ακόμα μία υβρις στην Ελλάδα που κουρελιάσαμε, και ο “εθνικιστής” παρουσιάζεται πάντα στα διαπλεκόμενα μεγάλα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης σαν ενας άρρωστος, άγριος, ακροδεξιός, ροπαλοφόρος τραμπούκος. Πόση διαστρέβλωση και εννοιο-λογική διαστροφή εκθρέψανε οι ψευτοκουλτουριάρηδες τόσα χρόνια… Η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ, οι αιώνιοι διορισμένοι συνδιαχειριστές του Ρωμέικου κράτους και των ιδιοκτητών του, έχουν την κύρια ευθύνη για το ανηλεές και διαχρονικό κυνήγι των Ελλήνων “εθνικιστών” απο τις τάξεις τους. Δεν συνάδει λοιπόν αυτή η εικόνα “εθνικισμού” με τους “αξιοπρεπείς,καθωσπρέπει και κουστουμαρισμένους” κυρίους “εθνοπατέρες και εθνάρχες” της άρχουσας αριστεροδεξιάς νομενκλατούρας.

Ο απροκατάληπτος πολίτης προσπαθεί, με όσα στοιχεία πληροφόρησης διαθέτει, να λύσει το αίνιγμα: Πόσο πραγματικά «αδέσμευτη», «ανεξάρτητη», «αυτόνομη» και «αυτοκυβέρνητη» είναι η πατρίδα του. Πόσο ο ίδιος, με την ψήφο του, επιβάλλει τις πολιτικές επιλογές του ή πόσο τα πολιτικά του δικαιώματα είναι απλώς διακοσμητικά, ψυχολογικού κυρίως χαρακτήρα. Αν οι πολιτικές αποφάσεις των αρχόντων και οι πολιτικές επιλογές των ψηφοφόρων στη χώρα του επηρεάζονται ή κατευθύνονται, έντεχνα, μεθοδικά, δυσδιάκριτα από τον ξένο παράγοντα.
Αραγε δικαιολογείται ορθολογικά (και όχι ψυχολογικά) ένας τέτοιος προβληματισμός; Γιατί είναι «αίνιγμα» η ελευθερία του λαού και η ανεξαρτησία του πολιτικού βίου στην Ελλάδα, ακόμα σήμερα, γιατί δεν είναι οι συμπλεγματικές φοβίες, ο σχεδόν ηδονικός (αυτοδικαιωτικός) ρόλος του θύματος, που παρασύρουν τον Ελληνα συνεχώς στην ενασχόληση με «συνωμοσιολογίες» και φαντασιώσεις «έξωθεν απειλών»;
Κάποιες ψύχραιμες απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα θα μπορούσαν να είναι οι ακόλουθες:
Η πλειονότητα των σημερινών Ελλήνων (τουλάχιστον όσων ξεπερνούν τα σαράντα χρόνια) έχουν ακόμη ζωντανά στην ακοή τους τα συνθήματα του μεγάλου λαϊκού ξεσηκωμού το 1981: «Η Ελλάδα στους Ελληνες!» φώναζε τότε στις λαοσυνάξεις ο Ανδρέας Παπανδρέου, «Οχι πια υποταγή σε ξένα κέντρα αποφάσεων!», «Θέλουμε περήφανη και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική»! Μάλλον δεν υπήρχε τότε Ελληνας (ψηφοφόρος ή όχι του αμοραλιστή δημεγέρτη) που να μην αναγνώριζε σε αυτά τα συνθήματα την επιβεβαίωση ιστορικών εμπειριών του. Ούτε τόλμησαν ποτέ οι σημερινοί τάχα προοδευτικοί Διεθνιστές να χλευάσουν τον Ανδρέα για «εθνικιστή», «Ελληνάρα», «μαξιμαλιστή πατριώτη».
Ο απροκατάληπτος πολίτης γνώριζε τότε, γνωρίζει και τώρα τα προφανή: Οτι η Ελλάδα έχει ακόμα κάποια, μικρή ή μεγάλη, στρατηγική σημασία. Επομένως είναι αυτονόητο (ίσως και φυσιολογικό για τις διεθνείς αναμετρήσεις ισχύος), κράτη που επιδιώκουν ηγετικό ρόλο στον διεθνή στίβο ή ρόλο περιφερειακής υπερίσχυσης να θέλουν να υποτάξουν και την ελληνική πολιτική στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους. Φυσικό να προσπαθούν να προσεταιριστούν, να εξαγοράσουν, να εκβιάσουν στην Ελλάδα κυβερνήσεις, κόμματα, πολιτικούς, κρατικά στελέχη, εφημερίδες και κανάλια για να προωθήσουν δικές τους βλέψεις και στρατηγικές. Είναι εντελώς ηλίθιο να τους κατακρίνουμε, να βλαστημάμε τον «ξένο παράγοντα» επειδή φροντίζει τα συμφέροντά του, όταν ξέρουμε καλά ότι η αποτελεσματικότητα των φροντίδων του είναι συνάρτηση των δικών μας αντιστάσεων. Που αποδείχνονται κατά κανόνα ανύπαρκτες.
Αν εξαιρέσει κανείς την επιβολή και υποβολή που φαίνεται πως ασκούσε η φυσική παρουσία του Ελευθέριου Βενιζέλου στους αλλοεθνείς συνομιλητές του· το «Οχι» του Ιωάννη Μεταξά στους Ιταλούς· την επίδειξη πυγμής από τον πρεσβύτερο Καραμανλή με την αποχώρηση από το ΝΑΤΟ· και το «Οχι» στο Σχέδιο Ανάν του Τάσσου Παπαδόπουλου – το υπόλοιπο της νεότερης πολιτικής ιστορίας του Ελλαδισμού μάλλον κυριαρχείται από τις συμπλεγματικές συμπεριφορές σπιθαμιαίων αναστημάτων. Οι σπιθαμιαίοι ή φοβούνται τους «ισχυρούς της γης» και τους θρασείς γειτόνους, που θα μας «συντρίψουν» αν διανοηθούμε να αντιταχθούμε στις στρατηγικές τους, ή εκλιπαρούν σαν λακέδες τους ίδιους αυτούς, για να κερδίσουν την εύνοιά τους και να προωθηθούν με τη βοήθειά τους σε θέσεις επιφανείς του ελλαδικού πολιτικού συστήματος. Κανένας όμως ποτέ πολιτικός δεν τεκμηρίωσε τις φοβίες ή τον λακεδισμό του με ορθολογική πολιτική ανάλυση των «συμφορών» που μας αναμένουν αν ασκήσουμε την ανεξαρτησία μας με αυτοσεβασμό και αξιοπρέπεια.
Αυτό πάντως που θα θέλαμε οι πολίτες να μπορούσαμε να εντοπίσουμε σαφέστερα είναι οι μέθοδοι και οι συγκεκριμένες πρακτικές με τις οποίες ο «ξένος παράγων» πετυχαίνει να παρεμβαίνει αποφασιστικά στον πολιτικό μας βίο. Και η επίκαιρη περίπτωση της εκλογής νέου αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης» μοιάζει να προσφέρει αποκαλυπτικές ευκαιρίες για έναν τέτοιο εντοπισμό. Το ενδιαφέρον του «ξένου παράγοντα» για την προώθηση συγκεκριμένης υποψηφιότητας πρέπει να συναρτάται με τόσο καίρια συμφέροντά του στην περιοχή, ώστε η έλλειψη ψυχραιμίας να γυμνώνει την παρέμβασή του και από στοιχειώδη προσχήματα.
Εχει μία κυρίως δυνατότητα ο «ξένος παράγων» να καθορίσει αυτός το εσωκομματικό εκλογικό αποτέλεσμα: Εχει τον εκφοβισμό. Να πείσει τους αποδεδειγμένα ευπτόητους Ελλαδίτες ότι οι απόψεις των υποψήφιων αρχηγών της Ν.Δ. για την εξωτερική πολιτική ενδιαφέρουν άμεσα εταίρους και συμμάχους – επομένως, «μην παίζετε μαζί μας»! Κατατίθεται ωμά ότι οι σημαντικές ξένες πρωτεύουσες θεωρούν «ρεαλίστρια» (με διάθεση συμβιβασμού) την κ. Θεοδώρα Μητσοτάκη και «εθνικιστή» τον κ. Αντώνη Σαμαρά. Και υπογραμμίζεται πως, αν από τους χαρακτηρισμούς αυτούς κάποιος συμπεράνει ότι εταίροι και σύμμαχοι θα προτιμούσαν τη «ρεαλίστρια», δεν θα έχει άδικο. «Ο ρεαλισμός και η αναζήτηση λειτουργικών λύσεων μέσω συμβιβασμών» καθιστούν την υποψηφία «ελκυστική» στον ξένο παράγοντα. Ενώ «ο πατριωτικά φορτισμένος λόγος του υποψηφίου» ενοχλεί εταίρους και συμμάχους.
Ποτέ ώς τώρα δεν λέχθηκαν τα πράγματα καθαρότερα. Οι λέξεις «εθνικιστής», «ρεαλισμός μέσω συμβιβασμών», η απερίφραστη και κυνική, δίχως προσχήματα «προτίμηση εταίρων και συμμάχων» για τη Θεοδώρα Μητσοτάκη, ο εκνευρισμός τους για τον «πατριωτικά φορτισμένο λόγο, ιδιαίτερα στο παρελθόν»(!) του Σαμαρά, φωτίζουν αποκαλυπτικά τον ρόλο που θέλει να διαδραματίζει ο ξένος παράγων στην Ελλάδα μετά τη μεταπολίτευση. «Εταίροι και σύμμαχοι», υπέρμαχοι στα λόγια της δημοκρατίας και των ελευθεριών, απαιτούν να χειρίζονται την Ελλάδα σαν προτεκτοράτο.
Είναι περισσότερο από φανερό: Θέλουν επειγόντως «λύσεις» στο Κυπριακό, στο Σκοπιανό, στη διανομή του Αιγαίου, στο μειονοτικό της Θράκης. Ισως πιστεύουν ότι εξασφάλισαν δικό τους τον πρωθυπουργό και τον αναπληρωτή του στο υπουργείο Εξωτερικών – και τους δυο «με διάθεση λειτουργικών συμβιβασμών». Δεν θα ανεχθούν έναν «εθνικιστή» αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης να τους χαλάσει τη μαγιονέζα.
Για πρώτη φορά, το αποχαυνωμένο, είκοσι χρόνια τώρα, άσκεπτο και δίχως κριτικά αντανακλαστικά ποιμνιοστάσιο των οπαδών της Ν.Δ. δέχεται τόσο ισχυρή πρόκληση πολιτικής αφύπνισης. Θα καταλάβουν, τουλάχιστον τώρα, ότι η επιλογή κόμματος διαφέρει από την προτίμηση ποδοσφαιρικής ομάδας και η επιλογή κομματικού αρχηγού έχει συνέπειες για τη ζωή τους και τη ζωή των παιδιών τους;
Το όνομα του Ελληνα στον διεθνή στίβο θα απηχεί αξιοπρέπεια και υψηλή καλλιέργεια ή θα παραπέμπει σε «προοδευτικό» ραγιαδισμό εξαργυρωμένης με υποτέλεια πλασματικής ευζωίας;

Πεθαίνοντας για την Ελλάδα : Τιμή και Δόξα του Ελληνα εθνικιστή.